ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Μαΐου 7, 2009

Ο Ελύτης με τα μάτια μιας Λιθουανής φοιτήτριας

Filed under: πανεπιστήμιο, εκπαίδευση — kagiales58 @ 6:58 μμ

Όπως έγραψα σε προηγούμενη εγγραφή, οι τελειόφοιτες του τμήματος Λιθουανικής Φιλολογίας και Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είχαν σαν εργασία την ανάλυση του «Προφητικόν» από τα «Πάθη» του «Άξιον Εστί». Αυτό που θα διαβάσετε, είναι η ανάλυση της Giedre Gabriele, μιας από τις 17 πρώτες πτυχιούχες του τμήματος. Με την άδειά της, δημοσιεύω την εργασία της. Πριν αρχίσετε την ανάγνωση, παρακαλώ να θυμάστε πως πρόκειται για Λιθουανή φοιτήτρια και καθολική στο θρήσκευμα(άρα, χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να κατανοήσει τους συμβολισμούς από το ορθόδοξο λειτουργικό). Μια ενδιαφέρουσα ανάλυση. Καλή ανάγνωση!

Οδυσσέας Ελύτης (2η Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996)

Άξιον Εστί (1959)

ΤΑ ΠΑΘΗ

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

Ο Οδυσσέας Ελύτης (ή Οδυσσέας Αλεπουδέλης) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1911, και είναι ένας από τους κορυφαίους και πιο πολυμεταφρασμένους ποιητές της Ελλάδας. Τα πρώτα του γραπτά δημοσιεύτηκαν όταν ήταν 13 χρονών. Όλοι τη ζωή του ασχολήθηκε με την ποίηση και τις μεταφράσεις. Το 1979 πήρε το Νόμπελ για τα έργα του.

To περισσότερο γνωστό του έργο – το ,, Άξιον Εστί”, έχει μελοποιηθεί στο ορατόριο ,, Άξιον Εστί” του Μίκη Θεοδωράκη. Κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, όταν το 1940 οι Ιταλοί έκαναν εισβολή στην Ελλάδα , ο ποιητής βρέθηκε στη ζώνη του πυρός. Τότε ήταν 19 χρονών είχε μια ειρηνική ζωή, δεν έχει ξανακούσει κανόνες και ήξερε τον πόλεμο μόνο θεωρητικά. Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο Ελύτης παίρνει τη αφορμή από το πραγματικό γεγονός της ζωής του και με τον τρόπο μεταφορικό περιγράφει τις εμπειρίες του. Το ποίημα κυκλοφόρησε το 1959, του πήρε σχεδόν δέκα χρόνια για να το ολοκληρώσει. Το έργο είναι ένας πολύ καλά φτιαγμένος συνδυασμός ιστορίας και μύθου, γεμάτο από πολιτισμικά στοιχεία τα οποία προκύπτουν όχι μόνο από το περιεχόμενό του αλλά και από τους εκφραστικούς τρόπους και σχήματα της ελληνικής παράδοσης. Επίσης, όλη δομή του έργου μας κάνει να σκεφτόμαστε την Παλιά Διαθήκη και την Καινή Διαθήκη και τους σημαντικότερους συμβολισμούς της ορθόδοξης θρησκείας . Για τον Ελύτη το λειτουργικό ύφος και οι συμβολισμοί είναι ένας τρόπος να μεταδώσει τις αισθήσεις και τις εμπειρίες του. Επίσης, οι ιδέες που είναι σημαντικές ξαναλέγονται μερικές φορές με διαφορετικές μορφές κατά την διάρκεια του «Άξιον Εστί». Για μας θα είναι σημαντικό να θυμηθούμε την ιδέα ότι ο καθένας έχει τα δικά του όπλα ,, ο καθείς και τα όπλα του είπα”. Από την απόφαση του ανθρώπου, ποια όπλα θα επιλέξει: αυτά που φέρνουν το φως ή αυτά που φέρνουν σκοτάδι, εξαρτάται και το μέλλον του.

Η ονομασία του έργου είναι ο πρώτος συμβολισμός που συναντάμε και οπωσδήποτε πρέπει να το αναλύσουμε. Με τον όρο ,,Άξιον Εστί” αναφερόμαστε στην εικόνα της Παναγίας, της ,,εφέστιας προστάτιδας”, που βρίσκεται στον Άγιο Όρος. Το «Άξιον Εστί»’ χωρίζεται σε τρία μέρη.  Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται όπως το πρώτο βιβλίο  της Αγίας Γραφής ,,η Γένεση”(στην παλαιά διαθήκη, το βιβλίο  περιέχει την αρχή του κόσμου, τις γενεαλογίες των πρώτων ανθρώπων και την αρχή του ισραηλιτικού λαού. Το δεύτερο μέρος του «Άξιον Εστί» λέγεται «Τα Πάθη». Έτσι, στην Καινή Διαθήκη ονομάζονται οι τελευταίες μέρες της ζωής του Χριστού, από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα μέχρι τη σταύρωση και την Ανάσταση. Και το τρίτο ,το «Δοξαστικόν» – είναι η ονομασία ενός θρησκευτικού ύμνου «δοξαστικόν Αναστάσεως» που δοξάζει τον Χριστό και την Ανάστασή του. Οι ονομασίες αυτόν των κομματιών στο ,,Άξιον Εστί» δεν είναι καθόλου τυχαίες και βοηθάει στον ποιητή να βάλει ένα θεμέλιο στον οποίο, σαν να είναι ένα σπίτι, χτίζει την δική του ιστορία.

«Τα Πάθη» χωρίζονται στους ψαλμούς και τις ωδές. Οι ψαλμοί στο θεματικό επίπεδο αφορούν όλους τους λαούς και οι ωδές μόνο την Ελλάδα. Επίσης, οι ωδές είναι γραμμένες με ομοιοκαταληξία και σημειώνονται με μικρά γράμματα της αλφαβήτου. Εκτός από τους ψαλμούς και τις ωδές «τα Πάθη» περιέχουν και έξι αναγνώσματα – πεζά κείμενα. Οι ψαλμοί και οι ωδές αντιπροσωπεύουν το ποιητικό στοιχείο και τα αναγνώσματα λειτουργούν σαν προφητείες και άλλοτε περιγραφές μιας πραγματικής πορείας. Με το «Προφητικόν», ένα από τα πεζά κείμενα, τελειώνει ο Ελύτης «τα Πάθη». Από την ονομασία καταλαβαίνουμε ότι θα διαβάσουμε μια προφητεία για κάτι που πρόκειται να γίνει στο μέλλον. Από πρώτη ματιά είναι μια εντελώς απαισιόδοξη προφητεία και μόνο στο τέλος εμφανίζεται λίγη αισιοδοξία. Στην πρώτη πρόταση του Προφητικόν σε μας μιλάει ένας αλαφροίσκιωτος άνθρωπος που ξέρει και μπορεί να δει περισσότερα πράγματα και να βλέπει το μέλλον και τρόπους πως μπορούμε να το αλλάξουμε με τις συγκεκριμένες πράξεις μας. Ο χρόνος για τον Ελύτη σε όλο το έργο του είναι χωρίς όρια γι’ αυτό δεν ξέρουμε σε ποιο αιώνα πρόκειται να πραγματοποιηθεί η πρόβλεψη αυτή. Τις δύο λέξεις: την «Αμαρτία» και την «Αρετή» – ο ποιητής ξεχωρίζει από τις άλλες με τα κεφαλαία γράμματα γιατί θέλει να πει πιο έντονα, τι θεωρούσε την μεγαλύτερη αμαρτία στον κόσμο – τον κάθε πόλεμο. Όλοι οι πόλεμοι ευλογήθηκαν από την εκκλησία αφού όλοι οι ιερείς της κάθε χώρας έκαναν προσευχές για να νικήσει ο δικός τους στρατός. Αυτοί που πολεμούνται, βάζουν τον Θεό στην άκρη και τον θεωρούν ως ένα θεατή, γι΄ αυτό ο πόλεμους δεν είναι απλώς μια αμαρτία αλλά και προσβολή του Θεού. Η δεύτερη πρόταση του κειμένου μιλάει για μια καταιγίδα του ανθρώπινου νου η οποία θα σαρώσει «τα λείψανα άστρων και γωνιές αραχνιασμένες». Από αυτή και την επόμενη πρόταση καταλαβαίνουμε ότι η αιτία του τέλους του κόσμου και του σύμπαντος μας όταν «των Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει», θα εξαρτηθεί από κάποιες συγκεκριμένες πράξεις του ανθρώπου που ήδη έχουν γίνει . Ακολουθεί μια εικόνα της ταραχής στον Άδη, η οποία μας δημιουργεί την αίσθηση του χάους. Η υποχώρηση του σανιδώματος του ηλίου μας οδηγεί στην ακόμα μεγαλύτερη αίσθηση της απαισιοδοξίας. Ο ήλιος θα κρατήσει τις αχτίδες και εκεί, που θα σκοτεινιάσει πρώτα, θα είναι σημάδι ότι ήρθε ο «καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση». Σε όλη την Βιβλικοπατερική παράδοση λέγεται ότι την μέρα που θα έρθει στον κόσμο το σκοτάδι θα είναι η μέρα της Δευτέρας Παρουσίας, πότε ο Χριστός πάλι θα έρθει στον κόσμο για να κρίνει τους ανθρώπους και θα παίρνουν μέρος όλα τα εσχατολογικά γεγονότα: οι πεθαμένοι θα ξαναζωντανέψουν, καλοί άνθρωποι θα πάνε στον παράδεισο και άλλοι στον κόλαση, – ο καθένας με βάση το τι καλό ή τι κακό έχει κάνει στην ζωή του. Όταν θα έρθει αυτή η μέρα αυτοί που υπέφεραν από τον πόλεμο, δεν ήθελαν να είναι μέσα του, θα πάρουν αυτό που είχε χάσει: την ειρήνη, αγάπη, ευκαιρία να έχει οικογένεια και όλα που τους έλειπε για να ζούνε μια ολοκληρωμένη ζωή, χωρίς πόλεμο. Και αντίθετα – εκείνοι οι οποίοι ήταν η αιτία του πολέμου θα πάρουν και την δικά τους βάσανα, ή αλλιώς, ό καιρός θα παίρνει την δικαιοσύνη. Στη συνέχεια έχουμε έναν διάλογο ανάμεσα τον «εξόριστο ποιητή» και των ήλιο που κρατάει τις αχτίδες του. Αυτός πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση «στον δικό σου αιώνα τι βλέπεις;» – είναι πολύ σημαντικό ότι ο εξόριστος ποιητής πρέπει να πει τι βλέπει τώρα όχι στον μελλοντικό αιώνα. Και έτσι μας φέρνει πιο κοντά σ’ αυτό που μόλις φαινόταν ως μια πρόβλεψη – από τον μέλλον γυρίζουμε στο παρόν. Με τις απαντήσεις του λέει ότι βλέπει τα έθνη «άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα», με άλλα λόγια, τα έθνη, τα οποία ακόμα έχουν τις δυνάμεις αλλά μήπως δεν έχουν κίνητρο που τους βοηθούσε να αντιστέκονται σε κάποιον που τους πληγώνει ή θέλει τον θάνατό τους. Επίσης ο εξόριστος ποιητής βλέπει τα πελέκια που σκίζουν στον αέρα «προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών» . Καταλαβαίνουμε ότι αυτά τα πελέκια δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, κι όλες οι προσπάθειες είναι μάταιες. Οι έμποροι που σκύβοντας μαζεύουν το κέρδος των δικών τους πτωμάτων. Ο πόλεμος μπορεί να είναι ένα παράδειγμα εμπορίου που πάντα κάποιος έχει κέρδος αλλά εκείνη την στιγμή που γίνεται ο πόλεμος αυτό δεν είναι φανερό. Ο εξόριστος ποιητής επίσης βλέπει την αλληλουχία πως όλα έχουν κρυφά νοήματα και όλα ενώνονται με κρυφά νοήματα. Τα έθνη, τα πελέκια, οι έμποροι και τα πτώματά τους. Για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση πρέπει μην υπάρχει κέρδος που έρχεται από κακές πράξεις. Τα πράγματα που φαίνονται από πρώτη ματιά να μην έχουν καμία σχέση μας δημιουργούν μια εικόνα στην οποία βλέπουμε λαούς που δεν είναι ελεύθεροι και δεν μπορούν να αντισταθούν και γι αυτό υποφέρουν. Ψηλά, στους αιθέρες βλέπει και «το Ερεχθείο των Πουλιών». Βάζοντας στο κείμενο το πολύ γνωστό ναό, το Ερεχθείο, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του βράχου της Ακρόπολης ο ποιητής μάλλον θέλει να δείξει ακόμη μια απαισιόδοξη πραγματικότητα: το μέρος που κάποτε δοξάστηκαν οι θεοί, τώρα ακόμα είναι ψηλά αλλά ξεχασμένο και μόνο τα πουλιά ξαποσταίνουν στο αέτωμα του κτιρίου. Θεοί όπως και κάθε ελπίδα βρίσκονται κάπου ψηλά, μακριά από τους ανθρώπους και την πραγματικότητα.

Τώρα μας φαίνεται ότι έχουμε τα όλα και ότι η αποκάλυψη είναι κάτι ξαφνικό. Πριν να εξαφανιστούν όλα «θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης». Δεν σκεφτόμαστε ότι ο κόσμος καταστρέφεται σιγά σιγά. Πάλι συναντάμε τους Κυβερνήτες και καταλαβαίνουμε ότι οι πράξεις που μας οδηγούν στο τέλος του κόσμου σχετίζονται με τον πόλεμο. Είναι οι άνθρωποι που για το κέρδος ξεχνάνε την ηθική και τον εαυτό τους κηρύσσοντας πολέμους. Χρυσάφι είναι το πλούτος, αλλά εδώ Χωροφύλακας και Στρατοδίκης, αυτοί από τους οποίους εξαρτάται η τάξη κατά την διάρκεια του πολέμου, αφήνουν το χρυσάφι στους αφανείς: στους απλούς ανθρώπους που πολεμάνε, σκοτώνονται, και τους οποίους κανείς δε ξέρει. Γι αυτό αυτήν την λέξη χρησιμοποιεί μεταφορικά. Το Χρυσάφι θα είναι μιστός των αφανών ανθρώπων και η ύβρις τους. Με αυτή την λέξη η οποία στα αρχαία χρόνια σήμαινε την προσβολή του θείου νόμου, επαναλαμβάνεται η ιδέα ότι πόλεμος στα μάτια του Θεού είναι μια από τις μεγαλύτερες μαρτυρίες που μπορεί να γίνει γιατί καταστρέφονται ζωές και δεν υπάρχει και κάποιοι παίρνουν κέρδος από την δυστυχία των άλλων. Για τον Χωροφύλακα και τον Στρατοδίκη μιλάει καταδικαστικά γιατί αυτοί παίρνουν τις αποφάσεις με βάση μόνο το δίκαιο του πολέμου. Γι αυτό δεν θα έχουνε καλό τέλος και δεν θα γλυτώσουν από την δικαιοσύνη. Στον πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές. Και αν αυτός που θεωρηθεί νικητής και θα τπν ραίνουν με λουλούδια, «θα ζει στην οσμή των πτωμάτων». Του νικητή είναι ανοιχτός ο τάφος και από εκεί ακούμε μια κραυγή των νεκρών που οι ψυχές τους δεν μπορούν να ηρεμήσουν. «Του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι, θ’ ανοίγει στα μέτρα του κράζοντας» – η άβυσσος πλησιάζει τον εξόριστο ποιητή, ξαναρωτώντας «εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε τι βλέπεις;». Και ο ποιητής απαντάει ότι βλέπει την ημέρα της δικαιοσύνης, όταν θα υποφέρουν αυτοί που φταίνε, όταν ,,οι Στρατοδίκες θα καίνε σαν κεριά” και βλέπει τους Χωροφύλακες να δίνουν το  αίμα για τη καθαρότητα των ουρανών. Αυτοί μόνοι τους δίνουν το αίμα τους για να γίνουν αγνοί, χωρίς αμαρτίες. Ο ποιητής πάλι μας μεταφέρει στο μέλλον. Αλλά αυτή τη φορά βλέπουμε αλλιώτικο σενάριο. Με την απαισιόδοξη αρχή: «Η Χτίσις θα φρίξει πληρώνοντας τα έργα των αρχαίων Κυβερνητών» Η Ταραχή, το σανίδωμα θα έρθει στο πληγωμένο κόσμο. Στον οποίο οι νέοι θα στενάξουν γιατί πάντα οι νέοι δίνουν το κίνητρο για αλλαγές. Μόνο οι τρόποι με τους οποίους τους εκτείνουν είναι χαοτική και παρορμητική. Και γι’ αυτό «θα’ ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα» – στην Γη που ήδη είναι πληγωμένη. Αλλά μήπως αυτά τα χλωμά χρόνια και θα είναι το κίνητρο που χρειαζόμαστε γιατί μετά τα σκοτάδι πάντα έρχεται το φως. «Και θα έχει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας», αλλά και με λίγη ευτυχία μέσα σου μπορείς να σκεφτεί ότι είναι ελεύθερος και αυτό που έχει, είναι ο, τι μπορεί να έχει. Αυτά τα ωραία ερείπια μέσα σου και θα είναι τα ερείπια της ευτυχίας. Και στον ποιητή ο οποίος θα γίνει ξαφνικά ελεύθερος, θα χάσει τις δυνάμεις που τον κράτησαν μέχρι τώρα και θα ζει με αυτό που έμεινε. Την κατεστραμμένη ευτυχία και τις αναμνήσεις τις οποίες κανένας δεν μπορεί από τον πάρει. Στη τελευταία στροφή ένας μεγάλος συμβολισμός είναι η γυναίκα. Αυτός ο συμβολισμός μας θυμίζει τους πρωτόπλαστους από την Παλαιά Διαθήκη. Βάση της θρησκείας οι πρώτοι άνθρωποι η γυναίκα βγήκε από τον άνδρα και ήταν τα τελειότερα δημιουργήματα του Θεού. Η γυναίκα σαν αχτίδα του ήλιου να βγει – θα γυρίσει στον κόσμο το φως σαν μια ελπίδα, ισορροπία, και αγάπη. Όλα θα συνεχίζουν για πάντα – θα ζωντανέψει η φύση και ο κόσμος δεν θα καταστρέφεται ποια , αλλά συνέχεια θα ανακαινίζεται, όπως κι ο άνθρωπος ο οποίος δεν αφανίζεται, αλλά θα μεταμορφώνεται και πάει προς το καλύτερο.

 Το «Προφητικόν» σημασιολογικά μπορούμε να χωρίσουμε σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος μας φέρνει στις τελευταίες στιγμές της ύπαρξης του κόσμου και τις περιγράφει. Ξαφνικά έρχεται στον κόσμο το σκοτάδι και ο ποιητής μας γνωρίζει τις ιδέες του. Το δεύτερο – μας εξηγεί τους λόγους της καταστροφής. Το σκοτάδι και ο άβυσσος τον πλησιάζει και φαίνεται να είναι πολύ κοντά. Στο τελευταίο παράγραφο φαίνεται ότι η προφητεία είναι τόσο κοντά μας και ήδη έχει αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα. Αλλά ξαφνικά βρίσκεται μια ελπίδα ότι όλα ακόμα μπορούν να σωθούν. Έτσι ο ποιητής παίζει με την αίσθηση ισορροπίας. Μετά κάποια στιγμή φαίνεται να μην υπάρχει καμία ελπίδα, την άλλη μας δίνει κάτι για να έχουμε αρμονία. Στο κείμενο αυτή η αρμονία θα πραγματοποιηθεί αν θα πάρουνε τα όνειρα εκδίκηση τώρα με τον τρόπο ειρηνικό: οι δύο τελευταίοι άνθρωποι θα δημιουργήσουν τον τέλειο κόσμο. Αυτή η ελπίδα και θα είναι το μόνο όπλο που θα έχει μείνει στον ανθρώπινο γένος.

Giedre Gabriele Paliusyte

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.